Ο λογοτέχνης, δημοσιογράφος και μεταφραστής Εμμανουήλ Ροΐδης θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους νεοέλληνες συγγραφείς. Το ανατρεπτικό του χιούμορ, η ειρωνική του στάση απέναντι στα πράγματα, η καυστική του σάτιρα της καθημερινότητας, η πρωτότυπη γλώσσα του, το καλλιεργημένο ύφος του λόγου του και η βαθιά παιδεία του, τον κατέστησαν έναν από τους βασικούς θεμελιωτές της νεοελληνικής λογοτεχνίας.
Ο Εμμανουήλ Ροΐδης γεννήθηκε στις 28 Ιουλίου 1836 στη Σύρο, όπου είχε εγκατασταθεί ο πατέρας του Δημήτρης Ροΐδης, μετά την καταστροφή της Χίου από τους Τούρκους το 1822. Καταγόταν από παλαιά αριστοκρατική οικογένεια της Αθήνας, η οποία για ν’ αποφύγει τον οθωμανικό ζυγό είχε διασπαρεί σε περιοχές της Ελλάδας που κατείχαν οι Ενετοί και στη συνέχεια σε Ζάκυνθο και Χίο. Η μητέρα του Κορνηλία Ροδοκανάκη καταγόταν από τη χιώτικη επιχειρηματική οικογένεια των Ροδοκανάκηδων.
Οι σπουδές και τα πρώτα λογοτεχνικά βήματα
Το 1841 η οικογένεια του εγκαταστάθηκε στη Γένοβα, όπου ο πατέρας του εργαζόταν ως διευθυντής μεγάλου εμπορικού οίκου και διατελούσε επίτιμος πρόξενος της Ελλάδας. Το 1849 οι γονείς του μετακόμισαν στο Ιάσιο κι έστειλαν τον γιο τους να σπουδάσει στο φημισμένο εκείνη την εποχή ελληνοαμερικανικό «Λύκειο Ευαγγελίδη» στη Σύρο. Συμμαθητής του ήταν ο Δημήτριος Βικέλας, με τον οποίο εξέδιδε το χειρόγραφο περιοδικό «Λύκειος Μέλισσα». Τότε εκδηλώθηκε για πρώτη φορά η βαρηκοΐα του, η πάθηση που έμελλε να τον σημαδέψει σε όλη του τη ζωή.
Μετά την αποφοίτησή του το 1855 μετέβη στο Βερολίνο, για σπουδές φιλολογίας και φιλοσοφίας. Εκεί προσπάθησε, αλλά δίχως επιτυχία, να θεραπευτεί με χειρουργική επέμβαση από τη βαρηκοΐα του. Το 1857 εγκατέλειψε το Βερολίνο και εγκαταστάθηκε στη Βράιλα της Ρουμανίας. Εκεί εργάστηκε στο εμπορικό γραφείο του θείου του Δημητρίου Ροδοκανάκη, αλλά το ενδιαφέρον του για το εμπόριο ήταν μάλλον υποτονικό. Τότε εκδηλώθηκαν τα πρώτα λογοτεχνικά του ενδιαφέροντα και άρχισε να μεταφράζει από τα γαλλικά το «Οδοιπορικό» του Σατωβριάνδου.
«Η Πάπισσα Ιωάννα»
Το 1859 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα και τον επόμενο χρόνο εξέδωσε το «Οδοιπορικό», σε τέσσερις τόμους, το οποίο έγινε ευμενώς δεκτό, ενώ, παράλληλα άρχισε να αρθρογραφεί σε αθηναϊκές εφημερίδες. Ύστερα από ταξίδια στη Ρουμανία και την Αίγυπτο, εγκαταστάθηκε οριστικά στην Αθήνα το 1862, όπου έμελλε ν’ ασχοληθεί με αποτυχημένες εμπορικές επιχειρήσεις κι ένα πολλά υποσχόμενο συγγραφικό έργο.
Τον Φεβρουάριο του 1866 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα «Η Πάπισσα Ιωάννα», που γνώρισε μεγάλη επιτυχία εντός και εκτός Ελλάδας και προκάλεσε τη μήνι της Ορθόδοξης Εκκλησίας, επειδή ήταν μια δριμύτατη αντικληρική σάτιρα, παρότι αναφέρεται σ’ ένα γεγονός της Καθολικής Εκκλησίας. Το βιβλίο αφορίστηκε, όχι όμως και ο συγγραφέας του, όπως ο Ανδρέας Λασκαράτος χρόνια νωρίτερα. Η απάντηση του Ροΐδη, κυρίως μέσα από το έργο του «Επιστολαί ενός Αγρινιώτου», αποτελεί μνημείο ειρωνικής πανουργίας και κριτικής παρωδίας.
Την ίδια εποχή ο τριαντάχρονος Ροΐδης είχε έντονη κοινωνική ζωή. Με τα σημερινά κριτήρια μπορούμε να πούμε ότι ήταν ένας κοσμικός αριστοκράτης με καλλιτεχνικές κλίσεις. Ιδού πώς σχολιάζει τις επιδόσεις του ο πιο έγκυρος βιογράφος του, ο Ανδρέας Ανδρεάδης: «Η επί της οδού Φιλελλήνων οικία του είναι το εντευκτήριον των λογίων και της χρυσής νεολαίας. Υποδοχαί, εκδρομαί, προπαντός δε ξιφικοί αγώνες ήσαν εις την ημερησίαν διάταξιν. Οι καλλιτέχναι εύρισκον εν τω οικοδεσπότη πλαγιαυλητήν άριστον και ζωγράφον δεξιόν».
Η οικονομική καταστροφή και η πολιτική στράτευση
Έχοντας επενδύσει την περιουσία του σε μετοχές, με τα Λαυρεωτικά του 1873 καταστράφηκε οικονομικά. Το 1876 εξέδωσε τη σατιρική εφημερίδα «Ασμοδαίος», υποστηρίζοντας τον Χαρίλαο Τρικούπη. Ο ίδιος πίστευε ότι ο Τρικούπης ήταν ο μόνος πολιτικός που μπορούσε ν’ απαλλάξει την Ελλάδα από τον παλαιοκομματισμό και την αναξιοκρατία. Εξαργύρωσε την υποστήριξή του στον μεσολογγίτη πολιτικό με τη θέση του εφόρου της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Παρέμεινε στη θέση αυτή από το 1880 έως το 1890, με εξαίρεση τα χρόνια, όπου κυβερνούσε ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης, οπότε απολυόταν.
Το 1877 ενεπλάκη στη λογοτεχνική αντιπαράθεση με τον Άγγελο Βλάχο και τον νεαρό Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλο (τον Ζαν Μορεάς των γαλλικών γραμμάτων), επειδή απέρριπτε όλη τη μέχρι τότε ελληνική ποίηση, με εξαίρεση τον Διονύσιο Σολωμό, το δημοτικό τραγούδι, τον Ιωάννη Βηλαρά και τον Αθανάσιο Χριστόπουλο.
Τα προσωπικά και οικογενειακά δυστυχήματα
Το 1884 αυτοκτόνησε ο αδελφός του που ζούσε στη Γαλλία. Ο Ροϊδης έκρυψε το θάνατό του από τη γηραιά μητέρα του και συνέχισε να της διαβάζει δήθεν γράμματά του. Την επόμενη χρονιά, στις 27 Ιουλίου 1885, έπεσε θύμα τροχαίου ατυχήματος, καθώς παρασύρθηκε από δύο άμαξες στην οδό Φιλελλήνων, µε αποτέλεσα, περνώντας ο τροχός της μίας άμαξας πάνω από το κεφάλι του, να του προκαλέσει κάταγμα της άνω γνάθου. Την επώδυνη περιπέτειά του καταγράφει στο σημειωματάριο που τηρούσε για να μπορεί να επικοινωνεί.
Το 1893 ήταν πια σχεδόν κουφός. Τότε αναγκάστηκε να μετακομίσει με τη μητέρα του από την οδό Φιλελλήνων σ’ ένα φτωχικό σπιτάκι της οδού Ναυάρχου Νικοδήμου στην Πλάκα. Την ίδια χρονιά εκδόθηκαν «Τα Είδωλα», που αποτελούν τη δική του συνεισφορά στην αντιμετώπιση του γλωσσικού ζητήματος με την υποστήριξη της δημοτικής γλώσσας. Την ίδια εποχή δημοσίευσε τα «Συριανά διηγήματα» σε λογοτεχνικά περιοδικά και ημερολόγια, καθώς και πλήθος χρονογραφημάτων και επιφυλλίδων.
Καταβεβλημένος από τα σοβαρά προβλήματα υγείας και την οικονομική του ανέχεια, ο Εμμανουήλ Ροΐδης εγκατέλειψε τα εγκόσμια στις 7 Ιανουαρίου 1904 σε ηλικία 68 ετών.
Πηγή: www.sansimera.gr
