Ο εμβληματικός ντράμερ Rob Hirst, συνιδρυτής του αυστραλιανού συγκροτήματος Midnight Oil, έδωσε πολιτική πνοή και καταιγιστικό ρυθμό σε μερικές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της παγκόσμιας rock σκηνής.

Πέθανε σε ηλικία 70 ετών ο Rob Hirst των Midnight Oil. Η είδηση του θανάτου του σκόρπισε θλίψη όχι μόνο στην Αυστραλία, αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο, όπου το όνομά του είχε ταυτιστεί με την εκρηκτική ενέργεια και την κοινωνική ευαισθησία.

Ο Hirst διαγνώστηκε με καρκίνο του παγκρέατος σταδίου 3 το 2023. Μετά από μία γενναία μάχη που κράτησε σχεδόν τρία χρόνια, το συγκρότημα επιβεβαίωσε την απώλειά του το απόγευμα της Τρίτης.

«Μετά από έναν ηρωικό αγώνα σχεδόν τριών ετών, ο Rob είναι πλέον ελεύθερος από τον πόνο – “μια λάμψη από μικροσκοπικό φως στην ερημιά”», έγραψαν τα μέλη του συγκροτήματος σε μία συγκινητική ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. «Πέθανε ειρηνικά, περιτριγυρισμένος από αγαπημένα πρόσωπα. Η οικογένεια ζητά από οποιονδήποτε θέλει να τιμήσει τον Rob να κάνει μία δωρεά στις οργανώσεις Pankind, Pancreatic Cancer Australia ή Support Act».

Ο Rob Hirst δεν ήταν απλώς ένας ντράμερ. Ήταν μία δύναμη της φύσης, ένας γεννημένος showman που, αν και βρισκόταν στο πίσω μέρος της σκηνής, κατάφερνε να οδηγεί ολόκληρο το οικοδόμημα των Midnight Oil με μία αστείρευτη ορμή. Η πορεία του ξεκίνησε στη Νέα Νότια Ουαλία το 1955.

Η πρώτη του επαφή με τα κρουστά ήρθε κάτω από ιδιαίτερες συνθήκες, όταν σε ηλικία 12 ετών του έκαναν δώρο το πρώτο του σετ τυμπάνων μετά από μία χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση ενός καλοήθους όγκου στο πόδι του. Αυτό το τυχαίο γεγονός στάθηκε η αφορμή για να γεννηθεί ένας από τους πιο δυναμικούς ρυθμούς στην ιστορία της rock.

Το 1972, μαζί με τον σχολικό του φίλο Jim Moginie, δημιούργησαν το πρώτο τους συγκρότημα, τους Schwampy Moose, που αργότερα μετονομάστηκαν σε Farm. Η καθοριστική στιγμή ήρθε το 1975, όταν ο Hirst δημοσίευσε μία αγγελία στην εφημερίδα «Sydney Morning Herald» αναζητώντας τραγουδιστή.

Στην αγγελία απάντησε ο Peter Garrett, η επιβλητική μορφή που έμελλε να γίνει το πρόσωπο των Midnight Oil. Με τον Peter Garrett στα φωνητικά, τον Rob Hirst στα τύμπανα, τον Jim Moginie στις κιθάρες και τα πλήκτρα και τον Andrew James στο μπάσο, το σχήμα ολοκληρώθηκε με τον Martin Rotsey στην κιθάρα. Το 1976 πήραν το όνομα Midnight Oil και η ιστορία άρχισε να γράφεται με χρυσά γράμματα.

Οι Midnight Oil δεν ήταν ποτέ ένα συνηθισμένο συγκρότημα. Η μουσική τους, μία εκρηκτική μίξη από την punk και την εναλλακτική rock, ήταν πάντα φορτισμένη με πολιτικά μηνύματα, προωθώντας τα δικαιώματα των αυτόχθονων πληθυσμών της Αυστραλίας και την προστασία του περιβάλλοντος.

Ο Rob Hirst ήταν ο συνθέτης και στιχουργός πολλών από τις μεγαλύτερες επιτυχίες τους, όπως τα «Beds Are Burning», «The Dead Heart», «Short Memory», «The Power and the Passion», «Forgotten Years» και «King of the Mountain».

Ο Jim Moginie, στο βιβλίο του «The Silver River» που κυκλοφόρησε το 2024, περιέγραψε τον Hirst με τα καλύτερα λόγια, καταρρίπτοντας τα στερεότυπα: «Ο Rob ήταν θρασύς, αστείος και εξαιρετικά ευφυής, σε αντίθεση με την κλισέ άποψη που υπάρχει για τους ντράμερ». Τον χαρακτήρισε ως το «μηχανοστάσιο» του συγκροτήματος, τόσο εντός όσο και εκτός σκηνής. Και πράγματι, ο ήχος των Midnight Oil βασιζόταν σε αυτόν τον αμείλικτο, γεμάτο αυτοπεποίθηση ρυθμό που ο Rob Hirst παρήγαγε με μία σχεδόν θρησκευτική προσήλωση.

Κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης καριέρας τους, οι Midnight Oil κυκλοφόρησαν 13 άλμπουμ. Όταν το συγκρότημα έκανε μία μεγάλη παύση το 2002, καθώς ο Peter Garrett αποφάσισε να ασχοληθεί με την ομοσπονδιακή πολιτική στην Αυστραλία, ο Rob Hirst δεν σταμάτησε να δημιουργεί. Συμμετείχε σε πολυάριθμα project, όπως οι Ghostwriters, οι Backsliders, οι Angry Tradesmen και οι The Break, εξερευνώντας διαφορετικά μονοπάτια, από την blues μέχρι τη surf rock και την πειραματική post-punk.

Η προσωπική του στάση απέναντι στο τέλος της ζωής του ήταν εξίσου θαρραλέα με τη μουσική του. Το 2025, ο Rob Hirst μίλησε ανοιχτά για τη στήριξή του στον εθελούσιο υποβοηθούμενο θάνατο, μία επιλογή που ήταν διαθέσιμη για εκείνον στη Νέα Νότια Ουαλία.

Σε συνέντευξή του στην εφημερίδα The Australian, δήλωσε χαρακτηριστικά: «Γιατί να πρέπει να πεθάνεις με φρικτό, παρατεταμένο πόνο; Όταν έχεις ζήσει αυτή την εκπληκτική ζωή –μια ζωή σαν τη δική μου– γιατί το τέλος της ζωής να είναι τόσο φρικιαστικό όταν υπάρχει εναλλακτική λύση;».

Ο Rob Hirst αφήνει πίσω του τη σύζυγό του, Leslie Holland, τις δύο κόρες τους Alexandra και Gabriella, καθώς και τη μεγαλύτερη κόρη του, Jay O’Shea, η οποία είναι επίσης μουσικός. Η Jay είχε δοθεί για υιοθεσία όταν ο Hirst ήταν 17 ετών και η μητέρα της 15, όμως πατέρας και κόρη επανενώθηκαν το 2010, δημιουργώντας μία βαθιά και ουσιαστική σχέση.

Ο ίδιος ένιωθε ευλογημένος για τη ζωή που έζησε, δηλώνοντας το 2025: «Ήταν απολύτως καλύτερα από οτιδήποτε θα μπορούσε ποτέ να ζητήσει κανείς. Και έτσι, αν η ζωή μου εξασθενήσει από αυτόν τον μικροσκοπικό όγκο που απειλεί να με εξοντώσει, τότε θα εξακολουθώ να θεωρώ τον εαυτό μου απίστευτα τυχερό».

Η απώλεια του Robο Hirst σηματοδοτεί το τέλος μιας εποχής για την αυστραλιανή σκηνή, αλλά και για την παγκόσμια rock κοινότητα. Ήταν ένας καλλιτέχνης που απέδειξε ότι ο ρυθμός μπορεί να είναι το ίδιο ισχυρός με τον λόγο, και ότι η μουσική έχει τη δύναμη να αφυπνίζει συνειδήσεις.

Οι Midnight Oil μπορεί να έχασαν τον «κινητήρα» τους, αλλά ο απόηχος από τα τύμπανα του Rob Hirst θα συνεχίσει να αντηχεί σε κάθε στίχο του «Beds Are Burning», υπενθυμίζοντάς μας ότι η τέχνη οφείλει να είναι παθιασμένη, αληθινή και, πάνω από όλα, ανθρώπινη.

Στην ιστορία της μουσικής, ο Rob Hirst θα παραμείνει το πρόσωπο εκείνο που κατάφερε να συνδυάσει την τεχνική αρτιότητα με την ωμή ενέργεια, αποδεικνύοντας ότι ένας ντράμερ μπορεί να είναι η καρδιά και η ψυχή ενός ολόκληρου κινήματος. Η Αυστραλία και ο κόσμος της μουσικής τον αποχαιρετούν με σεβασμό, αναγνωρίζοντας ότι το δικό του «Power and the Passion» θα παραμείνει αθάνατος.

Πηγή: deepcut.gr