Μια ιστορία για την υπερηφάνεια του headliner, την αδρεναλίνη του support και την αλλόκοτη στιγμή που ο δεύτερος γίνεται… ο ακαταμάχητος πρώτος.
Υπάρχουν νύχτες στη rock όπου ο ηλεκτρισμός δεν ξεκινά από τον προβολέα του headliner. Όσο κι αν το κοινό περιμένει τον Mick Jagger να κάνει το πρώτο βήμα, να διεκδικήσει τη σκηνή με το γνώριμο χαμόγελο και εκείνο το αστείρευτο σπρώξιμο της λεκάνης, υπάρχουν φορές που η ανάσα του κόβεται πριν καν τραγουδήσει την πρώτη στροφή του «Satisfaction».
Είναι οι νύχτες που το support δεν «ζεσταίνει» απλώς την ατμόσφαιρα, την πυρπολεί. Και τότε, ακόμη κι ένας αλεξιπτωτιστής της αίγλης όπως ο Jagger, νιώθει το στομάχι του να σφίγγεται. Από τη δεκαετία του ’60 μέχρι σήμερα, οι Rolling Stones έμαθαν να τιθασεύουν την αρένα.
Καθώς όμως μεγάλωναν οι σκηνές, μεγάλωνε και ο κίνδυνος του διπλού ξίφους που λέγεται opening act: ένα έντιμο, μετρημένο σχήμα προσφέρει ένα ευγενικό προοίμιο και χρόνο για μία μπύρα ή ένα μπλουζάκι. Ένα σχήμα που λάμπει, όμως, δημιουργεί σύγκριση, άγχος, ανταγωνισμό.
Το έζησαν οι Black Sabbath όταν πήραν τους Van Halen και τους Kiss στο δρόμο: νεαροί με φωτιά στα σωθικά, έτοιμοι να κατακτήσουν τον κόσμο αν απλώς το πίστευαν αρκετά.
Οι Stones, συνηθισμένοι να διαλέγουν προσεκτικά, προτίμησαν κάποια στιγμή κάτι φαινομενικά ακίνδυνο. Στα χαρτιά, οι Lynyrd Skynyrd έμοιαζαν με μία αθώα, σχεδόν συμπληρωματική επιλογή: νότια rock, ρουστίκ χροιά, κιθάρες που μασούν καπνό και ιστορίες από μπαρ κάτω από βαλσαμωμένα ζώα.
Κι όμως, κάτω από αυτή τη χοντρή υφή κρυβόταν ένας μηχανισμός ακριβείας. Ο Ronnie Van Zant διοικούσε την μπάντα σαν στοίχημα τιμής: κάθε είσοδος, κάθε πέρασμα, κάθε έκρηξη ήταν εκεί που έπρεπε, όταν έπρεπε.
Οι Lynyrd Skynyrd ήταν ένα συνεργείο από τρεις κιθάρες και μία φωνή που γνώριζαν πού πηγαίνουν και γιατί. Οι σόλο του «Free Bird» δεν ήταν τυχαίες εκρήξεις έμπνευσης, ήταν συντεταγμένες, αποτέλεσμα σύνθεσης και πειθαρχίας.
Ακούγοντάς τους, ένιωθες εκείνη την εσωτερική ορμή που κάποτε είχε κάνει τη βρετανική εισβολή να πατήσει γκάζι. Η διαφορά; Εδώ, το χώμα μύριζε Νότο, αυλή, ιδρώτα και ευγένεια που δεν ζητούσε την άδεια κανενός.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που ένας κολοσσός ένιωθε αυτή τη θερμοκρασία να ανεβαίνει. Οι The Who είχαν ήδη πάρει το μάθημά τους στην αμερικανική περιοδεία του «Quadrophenia»: οι Skynyrd δεν «άνοιγαν» απλώς τη βραδιά, δημιουργούσαν ένα τέτοιο κρεσέντο που το κυρίως πιάτο έμοιαζε υποχρεωμένο να αποδείξει εκ νέου γιατί βρίσκεται εκεί. Η επικράτεια της rock δεν ανήκει σε κανέναν για πάντα.
Όταν ήρθε η ώρα να μοιραστούν λογαριασμό με τους Rolling Stones, στην αρχή όλα έμοιαζαν αρμονικά. Ο Keith Richards, με τη γνωστή αγάπη του για τα αμερικανικά αποστάγματα της μουσικής, εκτιμούσε το country ιδίωμα.
Φαινόταν πως μπορεί να υπήρχε χώρος για μία καθωσπρέπει συνύπαρξη: οι Stones με τη βρετανική τους επιτηδειότητα και οι Skynyrd με τη χωμάτινη τους ευπρέπεια. Ώσπου η σκηνή μίλησε.
Οι Lynyrd Skynyrd ανέβαιναν, ρύθμιζαν τα καπέλα τους, κοίταζαν το κοινό στα μάτια και, μέσα σε λίγα λεπτά, το στάδιο κουνιόταν σαν να είχε ήδη δει το φινάλε. Το ακροατήριο φώναζε «Free Bird», χτυπούσε παλαμάκια στους πρώτους τόνους του «Sweet Home Alabama», έβγαινε από τον εαυτό του με το «Gimme Three Steps».
Εκείνη η ροή που οι Stones γνώριζαν να χειρίζονται με το τακτ ενός μαέστρου, ξαφνικά ερχόταν έτοιμη, φουντωμένη, σχεδόν επικίνδυνη.
Ο Gary Rossington το θυμόταν χωρίς ωραιοποιήσεις. «Ο Mick Jagger ήταν θυμωμένος. Τους έκοψε την ανάσα να βλέπουν πόσο καλά πηγαίναμε και πώς σπάσαμε τον μοναδικό τους κανόνα — να μη βγούμε στην προέκταση της σκηνής, τη «γλώσσα»».
Η «γλώσσα» — εκείνο το εμβληματικό -σήμα κατατεθέν των Stones — ήταν ένας άγραφος κώδικας κυριότητας. Το να την πατήσεις, ως support, ήταν σαν να βηματίζεις επάνω στο οικόσημο του οικοδεσπότη. Κι όμως, με το σφίξιμο της ζώνης και την τάση του Νότου να κοιτάζει τον κόσμο κατάματα, οι Skynyrd το έκαναν.
Εδώ κρύβεται το ανθρώπινο σημείο. Δεν έχει να κάνει με θυμούς, κανόνες ή επίδειξη ισχύος. Έχει να κάνει με το βλέμμα ενός ανθρώπου που έχει χτίσει ένα ολόκληρο σύμπαν επάνω στη σκηνή και που, ξαφνικά, βλέπει κάποιον άλλο να ηλεκτρίζει την ατμόσφαιρα με την ίδια ένταση — αλλά από άλλη κατεύθυνση.
Ο Jagger ξέρει να τραγουδά country, και με το «Far Away Eyes» το έπαιξε κάποτε με ειρωνικό μειδίαμα, σχεδόν σαν να έκλεινε το μάτι στη δυτική ακτή και στους σταθμούς των AM. Μα όταν η country και η southern rock ανασαίνουν οργανικά, όταν αυτό το ιδίωμα δεν είναι στιλιστική επιλογή αλλά βιογραφία, το αποτέλεσμα είναι κάτι που δεν αντιγράφεται. Εκεί βρίσκεται και η ενόχληση και ο θαυμασμός.
Η αίσθηση, λένε όσοι βρέθηκαν εκεί, θύμιζε την πρώτη φορά που ο Eric Clapton άκουσε τον Duane Allman: μία ήρεμη, επικίνδυνη αποκάλυψη ότι το όργανο μπορεί να πει μία άλλη αλήθεια, εξίσου ισχυρή. Από εκεί και πέρα, κάθε βράδυ ήταν ένα είδος μονομαχίας χωρίς αίμα.
Οι Skynyrd έβγαιναν πρώτοι και έβαζαν τη θερμοκρασία στους σαράντα βαθμούς, με αρθρωμένη ενέργεια, καθαρή άρθρωση, σόλο που έμοιαζαν προφητείες. Οι Stones ακολουθούσαν, αντλούσαν από τη δική τους αντοχή δεκαετιών, άλλαζαν ταχύτητες, έβαζαν το «Satisfaction» σαν σφραγίδα.
Ο κόσμος κέρδιζε δύο φορές. Μα για τον άνθρωπο που ελέγχει ένα στάδιο με μία κίνηση του δαχτύλου, η προετοιμασία αποκτούσε ξαφνικά το βάρος του απρόβλεπτου. Η επιδεξιότητα δεν ήταν πλέον αυτονόητη. Έπρεπε να την ξανακερδίσουν.
Είναι εύκολο να επικαλεστεί κανείς αριθμούς, πωλήσεις, ονόματα σε αφίσες. Όμως η αλήθεια της rock γράφεται στα λεπτά μετά το πρώτο ακόρντο.
Οι Lynyrd Skynyrd γνώριζαν κάτι που οι μεγάλοι συχνά ξεχνούν: ένα live δεν είναι μόνο ύφος, είναι πειθαρχία. Το «Free Bird» τους δεν άφηνε τίποτα στην τύχη. Ακόμη και η μέθη είχε μέτρο. Αυτή η αγωγή, τόσο αμερικανική και συγχρόνως τόσο αυστηρή, ήταν εκείνο που έκανε τους Stones να κατανοήσουν ότι ο Νότος δεν διεκδικεί απλώς χώρο στη σκηνή, τον οριοθετεί.
Η ιστορία έχει και την πίκρα της. Η κλασική εποχή των Skynyrd κόπηκε αδυσώπητα όταν ο Ronnie Van Zant χάθηκε σε αεροπορικό δυστύχημα.
Η σιωπή που ακολούθησε φώτισε με σκληρό τρόπο τι είχε συμβεί όσο ζούσε: μία μπάντα που μπορούσε να σταθεί απέναντι στους Rolling Stones και να μην καεί από τη λάμψη. Μια μπάντα που, ακόμη και δίχως το εμβληματικό λογότυπο, μπορούσε να κάνει τη σκηνή δική της, έστω για σαράντα πέντε λεπτά.
Και ο Jagger; Ο θυμός είναι συχνά το άλλο πρόσωπο της αναγνώρισης. Ίσως να ήταν ένα τσίμπημα πληγωμένης φιλοδοξίας, ίσως ένα καμπανάκι που λέει ότι η μουσική δεν επιτρέπει αδράνεια.
Οι μεγάλοι ξέρουν να το ακούνε. Η «tongue» έγινε πάλι ιερό προνόμιο, οι βραδιές επανήλθαν στη γνωστή τους γεωμετρία. Μα η μνήμη μπορεί να σκάβει ακόμα: εκείνες οι συναυλίες όπου το support ανέβασε τόσο ψηλά τον πήχη, ώστε ο headliner να χρειαστεί να πηδήξει λίγο πιο μακριά από όσο συνήθως.
Στο τέλος, αυτό είναι το όφελος της σύγκρουσης. Η σκηνή δεν είναι βασίλειο ενός, είναι διαρκής διαπραγμάτευση. Και καμιά φορά, η ομορφιά βρίσκεται στο ότι το αστέρι μπορεί να φανεί ευάλωτο.
Ο Mick Jagger, ο άνθρωπος που έκανε εκατομμύρια να τραγουδούν με μία κίνηση του καρπού, ένιωσε εκείνο το σπάνιο τσίμπημα που μόνο ένας μεγάλος αντίπαλος προσφέρει.
Οι Lynyrd Skynyrd, με τα κομμάτια τους σαν οδοστρωτήρες και τη συναυλιακή τους πειθαρχία, δεν απείλησαν απλώς την ιεραρχία, την ανανέωσαν.
Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε μία βρετανική γκριμάτσα και ένα νεύμα του καπέλου, γράφτηκε άλλη μία αόρατη, πανέμορφη υποσημείωση στην ιστορία της rock.
Πηγή: deepcut.gr
